35 χρόνια Ασπρολίθι, ένα σημείο αναφοράς για το λευκό κρασί
«Το κρασί μεταφέρει το μήνυμα του εδάφους» μου είχε πει πριν από χρόνια ο επικεφαλής σομελιέ του ομίλου Ντικάς Ζεράρ Μαρζόν, και δεν το ξέχασα ποτέ. Ακριβώς αυτό το μήνυμα της γης της ορεινής Αιγιάλειας, όπου βρίσκεται μια από τις πιο σημαντικές αμπελουργικές ζώνες της χώρας μας, και ταυτόχρονα το όραμα του οινοποιού Αγγελου Ρούβαλη, μεταφέρει εδώ κι 35 χρόνια το Ασπρολίθι.
Η επέτειος, δε, των 35 χρόνων του εμβληματικού λευκού κρασιού και του οινοποιείου Ρούβαλη βρίσκει στο τιμόνι του, την κόρη του Αγγελου Θεοδώρα Ρούβαλη και τον σύντροφό της Αντόνιο Ρουίθ Πανιέγο. Αυτή η νέα γενιά οινοποιών - με τη διεθνή εμπειρία τους από τις σημαντικότερες αμπελουργικές ζώνες του κόσμου αλλά και μια βαθιά δέσμευση στην έρευνα, τη γνώση και την κατανόηση του αμπελώνα - διαμορφώνει πλέον τη σύγχρονη έκφραση του κρασιού.
Flashback, Σαντορίνη 1982 – Αιγιάλεια 1990
Ερχόμενος από το Μπορντό, ο νεαρός χημικός και οινολόγος Αγγελος Ρούβαλης ξεκινά τη συνεργασία του με τον Συνεταιρισμό Σαντορίνης, όπου βλέπει με έκπληξη τον τρύγο ξεκινά στις 15 Σεπτεμβρίου και το κρασί του να φτάνει τους 15 βαθμούς αλκοόλ. Ηταν το χύμα «χωρίς φάρμακα» που κυριαρχούσε στο νησί και επίσης πουλιόταν σε μικρούς και μεγάλους οινέμπορους της χώρας για να αναμειχθεί με άλλα φθηνά κρασιά ή να αραιωθεί με νερό (20%) για να αποφέρει κέρδος.
Ο «οινολόγος που μας ήρθε εφέτος είναι τρελός» λένε καλοκάγαθα οι ντόπιοι για τον Αγγελο, ο οποίος αξιοποιώντας τη νομοθεσία των ΠΟΠ που είχε εισηγηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα η σπουδαία Σταυρούλα Κουράκου - Δραγώνα (η οποία επί έξι δεκαετίες αγωνίστηκε για την αναβίωση του ελληνικού αμπελώνα και το ελληνικό κρασί, θέτοντας τις βάσεις για τη νέα εποχή του), δημιουργεί τον πρώτο οίνο ΠΟΠ Σαντορίνης 100% Ασύρτικο και το πρώτο εμφιαλωμένο κρασί του Συνεταιρισμού, ενώ ανακαλύπτει και τα ξεχασμένα Vinsanto στις υπόσκαφες κάναβες της Θηρασιάς.
Ακόμη, έρχεται σε επαφή με τον Πάρι Σιγάλα, τον μυεί στη σύγχρονη οινολογία, τον επισκέπτεται, δε, ινκόγκνιτο και ο παππούς Μπουτάρης, τον οποίο ενημερώνει για τις δυνατότητες του σαντορινιού αμπελώνα. Είναι η στιγμή που η Σαντορίνη αρχίζει σιγά-σιγά να βρει τον δρόμο της και να ηγηθεί του Ελληνικού Κρασιού.
Τρία χρόνια αργότερα - μετά από μια στάση στην Achaia Clauss – και έχοντας πλέον αποκτήσει μια συνολική εικόνα του ελληνικού αμπελώνα, ο Αγγελος Ρούβαλης επιστρέφει στην Αιγιάλεια, τον πατροπαράδοτα αμπελουργικό τόπο των προγόνων του, όπου θα κάνει πράξη το δικό του όραμα ξεκινώντας από τα οικογενειακά κτήματα. Ο παππούς του Αγγελής Ρούβαλης καλλιεργούσε κορινθιακή σταφίδα, ενώ και ο πατέρας του συνεχίζει έως το 1988 την πατρική σταφιδοκαλλιέργεια.
Μέχρι τότε η Αιγιάλεια ήταν διεθνώς γνωστή για την εκλεκτή σταφίδα ΠΟΠ «Βοστίτσα» όχι όμως και για τα κρασιά της. Το 1990, με σταθερό στόχο να αναδείξει τις αυτόχθονες ποικιλίες αμπέλου και τα πλεονεκτήματα του ορεινού αμπελώνα και του terroir της ορεινής Αιγιαλείας, ο Ρούβαλης χτίζει το μοναδικό σύγχρονο βαρυτικό οινοποιείο, σε έξι επίπεδα πάνω στον βράχο, πρωτοπορώντας στην ήπια οινοποίηση και παλαίωση των οίνων. Και δημιουργεί το Ασπρολίθι, το πρώτο του κρασί που θα αναδεικνυόταν σε ένα από τα εμβληματικά ελληνικά λευκά κρασιά.
Ασπρολίθι, η εξέλιξή του εκπλήσσει
Με την εμπειρία του Μπορντό, χωρίς να ακολουθεί εφήμερες τάσεις αλλά αποτυπώνοντας με απόλυτη καθαρότητα τον χαρακτήρα του μοναδικού αυτού τόπου, το Ασπρολίθι από τον ορεινό Ροδίτη που καλλιεργείται στις πλαγιές της Αιγιάλειας αποδεικνύει ότι μια «ταπεινή» και πολυφυτεμένη ελληνική ποικιλία μπορεί να δώσει λευκά κρασιά παγκόσμιας κλάσης. Η δημιουργία του συνιστά καθαρή τομή, μία από τις εκφάνσεις της ευρύτερης αλλαγής στο πεδίου του ελληνικού κρασιού, σε μια περίοδο που αυτό επιχειρεί να επαναπροσδιοριστεί.
Η αναγνώριση, δε, εντός και εκτός των συνόρων, δεν άργησε να έρθει, καθώς από τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του διεθνούς οινικού τύπου. Το 1995, για παράδειγμα, γράφοντας για το Ασπρολίθι στο Decanter ο Στίβεν Σπέριερ θα το χαρακτηρίσει «τον κομψότερο Ροδίτη της Ελλάδας» και θα τοποθετήσει τον Ρούβαλη «στην πρώτη γραμμή της επανάστασης του ελληνικού κρασιού». Και κάπως έτσι ένα κατεξοχήν value for money κρασί θα βρει τη θέση του σε διάσημα εστιατόρια όλου του κόσμου.
Σε βάθος τριών και πλέον δεκαετιών το Ασπρολίθι δεν έχει αλλάξει κατεύθυνση. Η βασική του ταυτότητα παραμένει σταθερή, διαθέτει φρεσκάδα, τραγανή οξύτητα, σχετικά χαμηλό αλκοόλ, μια ορυκτότητα που δεν επιβάλλεται αλλά επιμένει («It is floral, slightly smokily fruity, crisply dry but very present on the palate», έγραψε ο Σπέριερ).
Το Ασπρολίθι της νέας εποχής βασίζεται στην αυστηρή επιλογή αμπελώνων από τα διαφορετικά cru της ορεινής Αιγιάλειας: Ζήρεια, Κούτσουρα, Πτέρη, Μαμουσιά, Τράπεζα, τοποθεσίες με το δικό τους μικροκλίμα και χαρακτήρα η κάθε μια, που προσθέτουν κάτι ξεχωριστό και διακριτό στο σύνολο, ενέργεια,λεπτότητα, βάθος, διάρκεια.
«Για εμάς, το Ασπρολίθι δεν είναι ένα κρασί που αλλάζει, αλλά ένα κρασί που εξελίσσεται. Η πρόκληση είναι να το φέρνουμε κάθε φορά πιο κοντά στην αλήθεια του τόπου του», επισήμανε η Θεοδώρα Ρούβαλη κατά η διάρκεια μιας εξαιρετικής παρουσίασης για τη σημαντική αυτή επέτειο, που έφερε τη σφραγίδα της οικογενειακής κουλτούρας.
«Ηρωική Αμπελουργία»
Ακόμη, η Θεοδώρα Ρούβαλη αναφέρθηκε εκτενώς στην ιδιαιτερότητα της Αιγιάλειας, μιας περιοχής που συνιστά ένα από τα πιο σύνθετα αμπελουργικά τοπία της Ελλάδας, αλλά και στην «ηρωική αμπελουργία». Πρόκειται για έναν όρο (viticulture héroïque), που έχει υιοθετηθεί παγκοσμίως από τον κλάδο του κρασιού και αφορά στις δύσκολες συνθήκες παραγωγής, οι οποίες απαιτούν υψηλό κόστος, χειρωνακτικό μόχθο και ειδικές τεχνικές.
Ορεινοί αμπελώνες με κλίση εδάφους μεγαλύτερη του 30%, υψόμετρο πάνω από 500 μ., διάσπαρτοι μικροί κλήροι φυτεμένοι σε πεζούλες, αποτελούν, σύμφωνα με το διεθνές «Κέντρο Ερευνας, Μελέτης και Ανάδειξης της Ορεινής Αμπελουργίας» (CERVIM), τα κύρια κριτήρια πιστοποίησης μιας αμπελουργίας ως «ηρωικής». Πρωτοπόρο όπως πάντα, το Οινοποιείο Ρούβαλη είναι το πρώτο στην Ελλάδα που έχει αναγνωριστεί ως μέλος του CERVIM.
Με τη μέση κλίση του εδάφους να είναι στο 35%, το μέσο υψόμετρο στα 862 μ., τους αμπελώνες φυτεμένους σε πεζούλες-μπαλκόνια σε φτωχά και πετρώδη εδάφη, συνθήκες που εμποδίζουν την εύκολη πρόσβαση και χρήση μηχανών και επιβάλλουν μικρές παραγωγές, το ορεινό ανάγλυφο της Αιγιάλειας πληροί όλες τις προϋποθέσεις της «ηρωικής αμπελουργίας» και αποτελεί ιδανικό τόπο φιλοξενίας της. Στο συναρπαστικό τερουάρ της, δε, ο «ηρωικός» μόχθος βρίσκει λαμπρή ανταμοιβή, προσφέροντας πολύτιμα αυθεντικά κρασιά με έντονα αρώματα και πλούσιο σώμα.
Ενα λευκό ενός και δύο και δέκα ετών
Το εκπληκτικό, δε, είναι - όπως διαπιστώσαμε στην κάθετη γευσιγνωσία των ετών 2025, 2024, 2023, 2022, 2021, 2016 που ακολούθησε - ότι ενώ το Ασπρολίθι υποτίθεται ότι δεν είναι ένα λευκό κρασί παλαίωσης, σε όλες τις χρονιές διακρίνεται η ορυκτότητα και η αλμύρα στην επίγευσή του (που γίνονταν όλο και πιο σαφείς προχωρώντας από τη νεότερη προς την παλιότερη χρονιά) και μόλις σε αυτό του 2016 υπάρχει μια υποψία οξείδωσης.
Οι νεότερες χρονιές είχαν τη χαρακτηριστική φρεσκάδα του ορεινού Ροδίτη, ενώ οι παλαιότερες έδειξαν την πολυπλοκότητα και το βάθος ενός λευκού κρασιού που μπορεί να ωριμάζει αρμονικά στη φιάλη διατηρώντας ωστόσο τα βασικά χαρακτηριστικά του, τη ζωντάνια, την ένταση, την ισορροπία οξύτητας και δομής και οπωσδήποτε αίσθηση της προέλευσής του.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο εστιατόριο «Ateno», όπου ο Νίκος Καραθάνος - το «τρομερό» παδί της νέας ελληνικής εστιατορικής κουζίνας - είχε ετοιμάσει τα πρέποντα για τη συνοδεία αυτού του εξαιρετικού λευκού κρασιού. Μας δόθηκε επίσης η ευκαιρία να δοκιμάσουμε τον Ροδίτη Single Vineyard του Ρούβαλη από το αμπελοτόπι Καταράχι με γηραιά αμπέλια σε υψόμετρο 850 μ, παλαιωμένο σε δρύινα βαρέλια, αλλά και την (αγαπημένη μου) Τσιγκέλω Single Vineyard παλαίωσης του Ρούβαλη. Η Τσιγκέλω είναι ο ποιοτικότερος κλώνος της Μαυροδάφνης και αυτό το κρασί της Θεοδώρας είναι μία εξαιρετική ξηρή έκφραση της ποικιλίας από αμπελώνες σε υψόμετρο 650 μέτρων.
Το δείπνο μας έκλεισε ηδονικά με γλυκό κρασί Τζιβιέρες, που παράγεται από Κυδωνίτσα, την ξακουστή αυτόχθονη ποικιλία της Πελοποννήσου, απλωμένη πάνω σε τζιβιέρες, όπως λιάζεται παραδοσιακά στην Αιγιάλεια η μαύρη κορινθιακή για να δώσει τη σταφίδα ΠΟΠ Βοστίτσα. Οι όμορφες τανίνες της ποικιλίας προσθέτουν μια τρίτη διάσταση στην ισoρροπία γλυκύτητας και οξύτητας δίνοντας έναν ιδιαίτερο τύπο γλυκού κρασιού με χαρισματική προσωπικότητα, που το λατρεύεις με την πρώτη γουλιά.
Η σημαντική αυτή επέτειος επισφραγίστηκε, τέλος, με μια συλλεκτική έκδοση - την οποία είχαμε την τιμή να παραλάβουμε πρώτοι «ζεστή» ακόμη από το τυπογραφείο - στην οποία αποτυπώνεται η παράλληλη πορεία του οινοποιείου και του ελληνικού κρασιού, οι άνθρωποι πίσω από τη δημιουργία, καθώς και το συγκλονιστικό αμπελουργικό τοπίο των Πλαγιών Αιγιαλείας που διαμορφώνει την ιστορία και την ταυτότητά της.