Bostanistas.gr : Ιστορίες για να τρεφόμαστε διαφορετικά

Διαβαστε

Γαύρος σε φύλλο κρούστας και σάλτσα βουτύρου με σαφράν

Διαφήμιση

Twitter | Facebook | Google+ |

Διαφήμιση

Τα 3 λ: λουκουμάδες, πρωτόλαδο, Ηλεία

της Νίκης Κόλλια Συνταγέςελαιόλαδο, λουκουμάδες

Η ιστορία ξεκινά πάνω από έναν κοκκινιστό κόκορα σ' ένα από ’κείνα τα παλιά τραπέζια κάπου στην Αρόη της Πάτρας. Εκεί πρωτοείδε ο μακαρίτης ο παππούς μου τη γιαγιά μου και αφού ξελογιάστηκε με τη μαγειρική της, αποφάσισε πως αυτή ήταν η μόνη κατάλληλη. Και έτσι για χάρη της, μεταξύ άλλων (κι άλλων), έψαξε και βρήκε ένα κτήμα με πέτρινο σπίτι, φουντωτές ελιές και ένα μεγάλο αμπέλι• για να μείνουν εκεί μέσα μαζί ως τα βαθειά γεράματα.

Photo: Eleiagr/ Flickr
Photo: Eleiagr/ Flickr

Για τον πατέρα μου πάλι το κτήμα αυτό υπήρξε για μεγάλο διάστημα η κόλαση. Ολιγόλογος και συγκεντρωτικός ο μπαμπάς του, τα ήθελε όλα στην απόλυτη εντέλεια: τα κλήματα ευθύγραμμα, ψηλά ως ένα ίδιο ύψος, τ’ αυλάκια πεντακάθαρα χωρίς ίχνος τσουκνίδας και πεσμένων φύλλων, τις ελιές μ’ ασβεστωμένους κορμούς και κλαδεμένες σε σχήμα ομπρελωτό• τρελή απελπισία για κάποιον τόσο ονειροπόλο και διαρκώς αφηρημένο σαν το μπαμπά μου. Έτσι, τα πρώτα χρόνια καλλιέργειας στην εξοχή, ο πατέρας μου απέφευγε τεχνηέντως τις πολλές συναναστροφές με τη φύση. Έλα όμως που η τύχη τα έφερε κατά τέτοιον τρόπο, που τελικά μετά το θάνατο του καημένου του παππού, κτήμα και πατέρας μου να γίνουν ένα! Και εκεί κάπου, απ’ τα πρώτα χρόνια της δικής μου ζωής ήρθαν και μας βρήκαν οικογενειακώς οι ελιές: χοντρές σα μικρά βυζάκια για φάγωμα, τσακιστές μέχρι το χορτάρι, και άλλες λεπτούλες και ανθεκτικές, διαλέγεις ό,τι θες, για ό,τι το θες και παίρνεις.

Photo: Eleiagr/ Flickr
Photo: Eleiagr/ Flickr

Κάθε χρόνο λοιπόν, κοντά στη γιορτή μου, η οικογένεια επανενώνεται, καλύτερα και από το αντάμωμα των βλάχων. Και μαζί (μιας και είμαστε ολιγάριθμοι σε δύναμη) παρελαύνουν φίλοι και φίλοι, μάλλον με πονηρό σκοπό: μια άξια θέση και μερίδα στους λουκουμάδες.
Παλιότερα τα πάντα γίνονταν με τα ξύλα. Λιόπανα ανεξίτηλα μαυρισμένα απ’ τα λάδια σέρνονταν από ελιά σε ελιά, πάνω στην ελιά ο πατέρας μου, από κάτω ο θείος μου, παραδίπλα οι βοηθοί του άγιου Βασίλη και σε κάποια άκρη τα άμαχα γυναικόπαιδα. «Άκρη!» ούρλιαζαν οι από πάνω και μαζί έπεφταν βροχή οι ελιές σε κεφάλια και σώματα. Μουσική επένδυση πάντα από το ίδιο παλιό ραδιοκασετόφωνο, κολλημένο στο ίδιο σταθμό, κακής επιλογής του πατρός μου. Μάλιστα, όπως τα σκέφτομαι τώρα, το καλύτερο κομμάτι για τη στενή οικογένεια (πατέρα και κόρη) ήταν πάντα το επονομαζόμενο κολατσιό. Αυτό περιλάμβανε διάφορα αλλαντικά και τυράκια, τα οποία λόγω της συνεχούς υγιεινής διατροφής λόγω μητέρας, ανήκαν τον υπόλοιπο καιρό στα απαγορευμένα.

Λάσπες ως την πίσω βεράντα, ουρλιαχτά της μαμάς μου για να μη της λερώσουν το μπάνιο και το κάτω σπίτι, κρασί, κάστανα και γλυκοπατάτες ως αργά το βράδυ δίπλα στο τζάκι και φτου και απ’ την αρχή το επόμενο πολύ πρωί. Στο τέλος μαζί με τα σακιά, τα χτυπημένα δάχτυλα από ραβδιά που ξέφευγαν και τα καταμαυρισμένα άμαθα καλοζωισμένα χέρια, ερχόταν και η ώρα του ελαιοτριβείου.

Η χαρά μου τότε ήταν απερίγραπτη. Με ανέβαζαν νύχτα μαζί με τα σακιά στην καρότσα ενός ντάτσουν που διέθετε ένας βοηθός, η μύτη μου πάγωνε, αλλά τρελαινόμουν εκεί πάνω παρέα με τα τσουβάλια προς το λιοτριβείο. Στρώματα γλίτσας από ελιές στο πάτωμα και μυρωδιές λαδιού, σακιών και άγριου ξύλου απλώνονταν σ’ όλο τον χώρο. Θόρυβος από τις μηχανές, τρακτέρ, φρέζες και αγροτικά μηχανήματα απ’ έξω, τενεκέδες αμφίβολης ποιότητας ο ένας δίπλα στον άλλο, τόνοι σοδειάς και ίχνη από αληθινή κούραση ανθρώπων. Τα σακιά αδειάζονταν το ένα πίσω από το άλλο, οι ελίτσες αποφυλλώνονταν, ο καρπός πλενόταν και μετά οι μελανοπράσινοι καρποί ήταν έτοιμοι για άλεσμα. Χωρίς νερό.

Μέχρι να κυλήσουν οι πρώτες σταγόνες λαδιού, οι γρανιτένιες μυλόπετρες είχαν ήδη αρχίσει να αλέθουν την επόμενη παρτίδα. «Έλα να μυρίσεις το άρωμα», μου φώναζε πάντα ένας τεράστιος γέρος με γαλότσες και άγρια χέρια, που ήξερε από παλιά τον παππού μου.

Και την επόμενη ημέρα πίσω στο σπίτι. Δίπλα στο τζάκι, όλοι καθαροί και έτοιμοι για την πράσινη γιορτή. Λαχταριστοί λουκουμάδες με το πρώτο λάδι μας, δια χειρός της μαμάς μου (μεροληπτικά και με πρόθεση παινέματος οι καλύτεροι, φτιαγμένοι με το πιο πράσινο, το πιο βιολογικό και το πιο νόστιμο λάδι).

 Υλικά:

  •  500 γραμμάρια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  •  2 φλιτζάνια τσαγιού χλιαρό νερό
  •  1 φακελάκι μαγιά
  •  1 κουταλάκι γλυκού ζάχαρη
  •  1 κουταλάκι γλυκού αλάτι
  •  300 γραμμάρια περίπου μέλι (εμείς προτιμούμε ελάτου)
  • 100 γραμμάρια καρύδια χοντροκομμένα
  •  Βιολογικό Ελαιόλαδο (προσέχετε από πού το προμηθεύεστε)
  •  Λίγη κανέλα

Προαιρετικά

  • Ξύσμα πορτοκαλιού
  • Μισό φλιτζάνι εσπρέσο ούζο


Εκτέλεση
Σ' ένα μεγάλο μπολ διαλύουμε πρώτα τη μαγιά σε ένα φλιτζάνι χλιαρό νερό και στη συνέχεια προσθέτουμε το αλεύρι και τη ζάχαρη και ανακατεύουμε το μίγμα μέχρι ο χυλός να γίνει λείος. Αν χρειαστεί προσθέτουμε λίγο-λίγο και το υπόλοιπο νερό.
Στη συνέχεια προσθέτουμε το αλάτι, το ούζο και το ξύσμα πορτοκαλιού. Σκεπάζουμε το μπολ και αφήνουμε το μίγμα σε ζεστό χώρο μέχρι να φουσκώσει και να διπλασιαστεί σε όγκο.
Σε βαθειά κατσαρόλα ζεσταίνουμε το λάδι. Βρέχουμε ένα κουτάλι σε ένα ποτήρι χλιαρό νερό, κόβουμε με το κουτάλι λίγη ποσότητα απ’ το μίγμα και το ρίχνουμε στο καυτό λάδι. Τηγανίζουμε τους λουκουμάδες μέχρι να χρυσίσουν, να φουσκώσουν και να ανέβουν στην επιφάνεια. Τους στραγγίζουμε σε απορροφητικό χαρτί.


Διαλέγετε την καλύτερη και μεγαλύτερη πιατέλα που διαθέτετε (εμείς βάζουμε μια από τη Σκύρο με σχέδια καλύτερα και από του Θεόφιλου) και περιχύνετε τους λουκουμάδες με το μέλι, την κανέλα και τα καρύδια. Δεν μένουν πάνω από δύο λεπτά. Συνοδεύονται ωραιότατα με τσάι του βουνού ή ποτό καρύδι.
Φυσικά οι λουκουμάδες συστήνονται σε όσους δεν φοβούνται όταν «πιτσιλάει» το λάδι. Στην Ήπειρο πάλι κάνουν τηγανόψωμα, εξίσου υπέροχα και άκρως παχυντικά. Εγώ πάλι, που φοβάμαι να τηγανίζω γιατί καίγομαι, βρίσκω ζυμωτό ψωμί, ρίχνω ζάχαρη και μετά λίγο λάδι και αυτό αρκεί για να λιώσω (και να παχύνω).
Μέσα στο άρωμα της ελιάς! Δεν νομίζω πως υπάρχει καλύτερη αίσθηση και μεγαλύτερη ευκαιρία να χαρεί κανείς την φύση. Εκτός βέβαια από τον τρύγο… Σε τσιμεντένιο πατητήρι ή παλιά στέρνα, με γυμνά πόδια, σφικτή αγκαλιά με αγαπημένους, φιλάκια και γέλια, ένας λάγνος, διεγερτικός διονυσιακός χορός ξεκινά…

Δείτε το προφίλ της Νίκης Κόλλια στο protagon.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πρόσφατα άρθρα στην κατηγορία 'Συνταγές'