Bostanistas.gr : Ιστορίες για να τρεφόμαστε διαφορετικά

Διαβαστε

Ας αποχαιρετίσουμε το καλοκαίρι με ένα ραβανί

Διαφήμιση

Twitter | Facebook | Google+ |

Διαφήμιση

Το αγόρι μου και μία προβατίνα

της Νίκης Κόλλια Συνταγές

Αναθρεμμένη από  πατέρα που έχασε πρόωρα στην ηλικία των έξι, με κορώνα τη συμβουλή του «ποτέ δεν παίρνουμε τίποτα από κανέναν», η γιαγιά Αλεξάνδρα είχε δυο χούγια (τα οποία μου κληροδότησε ως προίκα μέχρι πρότινος): ήταν ακατάδεκτη και δεν συμπαθούσε τις προβατίνες. Όχι τα αρσενικά πρόβατα, μοναχά τις προβατίνες.

Αρχοντάνθρωπος και εργασιομανής ο πατέρας της, στην ηλικία των 40 ετών μετρούσε ήδη δυο σπίτια στα Γιάννενα, χωράφια και μερικούς ντενεκέδες αγγλικές λίρες, κοιτούσε μονάχα την οικογένειά του και νοιαζόταν για την ευημερία και το καλό όνομά τους.
Δυστυχώς όμως, ένα μεσημέρι κάποιου Ιούνη, περιμένοντας τον πρωτότοκο γιο του να έρθει από την πρωτεύουσα όπου σπούδαζε για καλοκαίρι, στα μισά της μεγάλης ανηφόρας προς το σπίτι φορτωμένος με την καλύτερη προβατίνα του κοπαδιού ενός κουμπάρου, έμεινε από την καρδιά του και αφού ξάπλωσε την προβατίνα καταγής στο χώμα ξάπλωσε και αυτός, σταύρωσε τα χέρια και έφυγε ήσυχα αφήνοντας στη γυναίκα του και τα έξι παιδιά τους μεταξύ  άλλων και μπόλικη περηφάνια.

Και έτσι κάπως λίγο πριν τον πόλεμο, αυτοί που απέμειναν στο σπίτι, σφάλισαν τις ανέσεις στο κατώι, έστησαν από την αρχή νοικοκυριό, ίδιο πάνω-κάτω με όλα τα άλλα της Ηπείρου και πέρασαν πολλαπλές κατοχές πριν έρθει και η επίσημη. 

Και η γιαγιά η Αλεξάνδρα, αν και η μικρότερη κόρη του σπιτιού, αφού σφράγισε την παιδική καρδιά της με πόνο και κάθε άνοιξη την έβγαζε βόλτα στους κάμπους της λίμνης, ενώ  τα καλοκαίρια την πήγαινε στα βουνά,  έφθασε κάποτε στην εφηβεία, γνώρισε τον Δημήτρη, «ένα αγόρι με χρυσά μπουκλάκια και καφέ μάτια», όπως της άρεσε να διηγείται,  αδερφικός φίλος με το μεγαλύτερο αδελφό της -μαζί  τους συνέλαβαν οι Γερμανοί-  και ύστερα στον Εμφύλιο μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού. Και εκεί  τον ερωτεύτηκε.
«Θα έρθει το Σάββατο στολίσου» της είπε ένα βράδυ στα κρυφά ο αδερφός της και κείνη όλο χαρά στολίστηκε και πήρε το δρόμο για να τον συναντήσει.

Τον βρήκε κρεμασμένο σα σφαχτό ανάποδα στο κέντρο της μικρής πλατείας του χωριού (τρεις ώρες δρόμος με το μουλάρι από τα Γιάννενα) και καθώς έσταζαν τα αίματά του πάνω σε μια σειρά από μαυρισμένες πέτρες και ξερά χόρτα, την ίδια ώρα από κάτω του, έδιναν δώρο στον καταδότη του μια σφαγμένη προβατίνα, και πάλι «την καλύτερη προβατίνα του κοπαδιού», μες τα αίματα και αυτή με το κεφάλι της γυρισμένο, τη γλώσσα της να έχει σφηνώσει ανάμεσα στα δόντια και τα πισινά πόδια της δεμένα με σπάγκο. Και η γιαγιά μου, αφού έκανε τον σταυρό της με αργές κινήσεις τρεις φορές, γονάτισε δίπλα στη λίμνη από τα μπλεγμένα αίματα του πρώτου αρραβωνιαστικού και της προβατίνας, μέχρι που έπεσε το σούρουπο και έβαλε ψύχρα.

Δεν έβαλε ποτέ στο στόμα της προβατίνα. Δεν είναι του γούστου μου, έλεγε και δεν άγγιζε το πιάτο της, κάθε που της την σέρβιραν.
Σούρουπο, δίχως ψύχρα, ψηλά στο λόφο, δίπλα στο θέατρο του Φρότζου, στο ακρινό τραπέζι του καλύτερου εστιατορίου των Ιωαννίνων, ένα αγόρι και ένα κορίτσι κάθονται αντικριστά, μιλούν ζωηρά, αστειεύονται και γελούν δυνατά πάνω από πιάτα, κρασί από τα αμπέλια της Ζίτσας και χειροποίητο ζυμωτό ψωμάκι. Κάπου-κάπου το κορίτσι αφαιρείται και μένει σχεδόν ακίνητο να κοιτά πέρα μακριά την πόλη καθώς βραδιάζει. Και ύστερα έρχεται το κυρίως πιάτο, είναι πεντανόστιμο και ευωδιαστό, μικρά κομματάκια κρέας ανακατεμένα με λιωμένο τυρί, κάπου στη μέση του το κορίτσι θα ρωτήσει το αγόρι: τι είναι αυτό που τρώμε;

Προβατίνα σαγανάκι λέει το αγόρι, είναι η σπεσιαλιτέ του Δημήτρη, όλη η πόλη συρρέει εδώ πάνω για αυτό το πιάτο.
Όλη η πόλη απόψε μου ανήκει γιαγιά μου, την φέρνω μες τα μάτια μου κάτι απίθανες βόλτες, λες και είμαι πάνω σε μαγική κούνια με πολύχρωμα φωτάκια, δεν έχει ακόμη σκοτεινιάσει και μπορώ να βλέπω τον κάμπο που απλώνεται γύρω από τη λίμνη, εδώ κάποτε περπατούσες ώρες ατελείωτες με τα αδέρφια σου, θα λέγατε τραγούδια, ίσως και ιστορίες, να εκεί σε εκείνο το δέντρο στο βάθος του τοπίου μπορεί να κάθισες να ξαποστάσεις ή να κωλατσήσεις με τον αδερφό σου, κάτω από το πέτρινο κάστρο θα βόλταρες φορώντας τα γιορτινά σου στο σεπτεμβριανό παζάρι, να η Ζωσιμαία σχολή, βλέπω τη σκεπή της, εδώ αν ζούσε ο μπαμπάς σου, θα σε έφερνε κάθε πρωί από το χέρι. Πώς να ένιωσες άραγε όταν είδες τον αρραβωνιαστικό σου μες τα αίματα;

Πώς θα ένιωθες τώρα αν έβλεπες εμένα με τον Άρη, τον εγγονό της αδερφής του πρώτου σου αρραβωνιαστικού να τρώμε ένα λαχταριστό πιάτο προβατίνα σαγανάκι;
Λοιπόν γιαγιά απίστησα. Αλλά σίγουρα θα έκανες το ίδιο και συ, ως οπαδός  της συνέχειας.

Δια χειρός, λοιπόν των εμπνευσμένων μαγείρων του εστιατορίου Πολιτεία, του καλύτερου εστιατορίου στα Γιάννενα, λιγάκι πειραγμένη και πιο λογοτεχνική από την Αναστασία Λαμπρία, δασκάλα μου μεταξύ άλλων και στη μαγειρική, αφιερωμένο στους λάτρεις της ανθρώπινης συνέχειας και των ιστοριών της ζωής!

Ο χασάπης  μάς προμηθεύει ένα μπουκάτι προβατίνας. Τo ξεκοκκαλίζει για χάρη μας. Κόβουμε το ψαχνό σε μικρούς κύβους  και τούς σωτάρουμε σε φυτικό βούτυρο μαζί με 1 ψιλοκομμένο ξερό κρεμμύδι και 3-4 φρέσκα, κομμένα ροδέλες. Αφήνουμε το κρέας να βγάλει καλά το ζωμό του, να τον πιεί και μετά να πάρει ωραίο χρώμα, Σβήνουμε με το χυμό 2 λεμονιών ρίχνουμε αλάτι και πιπέρι και μετά ζεστό νερό τόσο ώστε να το σκεπάσει. Το αφήνουμε να σιγοβράζει σε χαμηλή φωτιά σκεπασμένο, επί ώρες μέχρι να μείνει λιγάκι από το νερό.  Λίγο πριν το τέλος προσθέτουμε σάλτσα ντεμί γκλας (παρακαλώ απευθυνθείτε σε σοβαρό οδηγό για την προετοιμασία της λαμβάνοντας υπόψιν ότι  ένας αξιοπρεπής μάγειρας πρέπει πάντα να χει απόθεμα ντεμί γκλας στον κόρφο - καταψύκτη του) και το αφήνουμε να δέσει τη σάλτσα. Στη συνέχεια βάζουμε το κρέας και τη σάλτσα σε ένα ταψί ή άλλο πυράντοχο σκεύος, από πάνω απλώνουμε κομμάτια φέτα ή αν είμαστε πιο περιπετειώδεις, ροκφόρ και φουρνίζουμε μέχρι να ροδίσει.

Δείτε το προφίλ της Νίκης Κόλλια στο protagon.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πρόσφατα άρθρα στην κατηγορία 'Συνταγές'