Bostanistas.gr : Ιστορίες για να τρεφόμαστε διαφορετικά

Διαβαστε

Τα γιουβαρλάκια των τριών τετάρτων

Διαφήμιση

Twitter | Facebook | Google+ |

Διαφήμιση

Oι όμορφες στάλες όμορφα καίγονται

του Δημήτρη Ποταμιάνου Μαγειρικές ιστορίεςσαμπάνια

Το ξέρω πως δεν είναι ίσως η πιο κατάλληλη στιγμή για να παινέψω πράγματα - και θάματα - σαν κι αυτό που κυριαρχεί στο σημερινό σημείωμα. Για αστραφτερές φυσαλλίδες θα μιλάμε τώρα; Τώρα που κυλιόμαστε όλο και πιο βαθιά στη λάσπη; Κι ακόμα πιο πρακτικά, δεν ξεχνώ βέβαια πως οι περισσότεροι από μας θα δυσκολευτούμε και φέτος να τις χαρούμε τις γιορταστικές αυτές φυσαλλίδες όπως τους αξίζει. Αλλ’ όλο και κάτι θα σκαρφιστούμε για ν’ αστράψουν ξανά στα ποτήρια μας. Κι εν πάση περιπτώσει, μπορούμε πάντα να τις τιμήσουμε νοερά. Τιμής ένεκεν, έστω, καταχωρώ, λοιπόν, σήμερα εδώ ένα απόσπασμα - δική μου μετάφραση - από το ημιτελές μυθιστόρημα του Τρούμαν Καπότε, του τόσο φινετσάτου σύγχρονου αμερικανού συγγραφέα, “Προσευχές που εισακούονται”. (Έλεγε η Αγία Θηρεσία της Άβιλα, και το αξιοποιει ως επίγραμμα ο Καπότε στο μυθιστόρημά του: «Δάκρυα πολλά χύνονται για τις προσευχές που δεν εισακούονται, ακόμα όμως περισσότερα χύνονται για τις προσευχές  που εισακούονται.»)

La Cote Basque

«Carissimo», μου φώναξε από μακριά. «Εσένα ακριβώς έψαχνα. Γύρευα να βρω κάποιον να φάμε μαζί το μεσημέρι. Η Δούκισσα με έστησε... Είναι η δεύτερη φορά που μου το χαλάει. Βούλωσε, λέει, το αφτί της... Το τραπέζι όμως στην Cote Basque το έχω κρατήσει... Ειλικρινά, έχω απόλυτη ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον...Θεέ μου, ευτυχώς που πέτυχα εσένα, Τζόνσυ.»

... [Το εστιατόριο του κυρίου Ανρί Σουλέ] διέθετε έναν μικρό χώρο στην είσοδο, ένα μπαρ αριστερά της εισόδου και μια μεγάλη αίθουσα στο βάθος με χτυπητά κόκκινα χρώματα, στην οποία έφτανε κανείς περνώντας κάτω από ένα αψιδωτό χώρισμα.Το μπαρ και η πίσω αίθουσα ήταν οι Εβρίδες, η νήσος Έλβα, όπου ο Σουλέ εξόριζε τους πελάτες δεύτερης κατηγορίας. Οι καλοί πελάτες, επιλεγμένοι με άσφαλτο σνομπισμό από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, είχαν εξασφαλισμένη τη θέση τους στο χώρο της εισόδου...

...Στη Λαίδη Ίνα προσφέρθηκε φυσικά μιά άμεμπτη θέση - το τέταρτο τραπέζι μπαίνοντας αριστερά. Και την οδήγησε βεβαίως εκεί ο ίδιος ο κύριος Σουλέ, υπερόπτης πάντα, ροδαλός και γυαλιστερός σαν ζαχαρωτό γουρουνάκι. «Λαίδη Κούλμπερθ», μουρμούρισε, και τα εξεταστικά του μάτια στριφογύριζαν παντού, «μη βρίσκεται πουθενά κανένα στραβοβαλμένο τριαντάφυλλο ή κανένας ατζαμής σερβιτόρος. Λαίδη Κούλμπερθ...χμ...πολύ ωραία... χμ... και ο Λόρδος Κούλμπερθ;... Χμ... σήμερα έχουμε από τον μπουφέ ωραίο αρνάκι ψητό...»

Με συμβουλεύτηκε με μια βιαστική ματιά και είπε:
«Δεν νομίζω πως θα πάρουμε τίποτα από τον μπουφέ. Είναι όλα έτοιμα κι έρχονται τόσο γρήγορα. Εμείς θέλουμε κάτι που η ετοιμασία του να διαρκέσει για πάντα. Για να προλάβουμε να μεθύσουμε πρώτα και να κάνουμε τις αταξίες μας. Ένα σουφλέ Furstenberg. Θα μας το φτιάξετε, κύριε Σουλέ;». Η γλώσσα του πλατάγισε ανάμεσα στα δόντια του, καθώς αποδοκίμαζε την επιλογή της πελάτισσάς του: «Το Furstenberg είναι βαρύ και θα σας πειράξει. Είναι σκανδαλώδες φαγητό.»

Υπέροχο όμως: ένας αφρός από τυρί και σπανάκι με αβγά ποσέ τοποθετημένα σε καίριες θέσεις στο βάθος, έτσι που μόλις τα τρυπήσεις με το πιρούνι σου, το σουφλέ ποτίζεται από τα χρυσά ρυάκια των κρόκων.

«Αυτό ακριβώς θέλουμε», είπε η Ίνα, «κάτι σκανδαλώδες»...
... Ύστερα αποφάσισε ν’ αποκλείσει τ’ αναψυκτικά... Παρήγγειλε στον οινοχόο μια μπουκάλα Cristal του Roederer... Το φυσικό χρώμα του γυαλιού της μπουκάλας αυτής της σαμπάνιας αναδεικνύει στην εντέλεια το σφραγισμένο ωχρό υγρό πυρ: μια παγωμένη φωτιά με τόση αιχμηρή ξηρότητα, που, όταν την καταπίνεις, έχεις την εντύπωση ότι δεν πάει καθόλου κάτω, παρά μεταμορφώνεται σε υδρατμούς που στέκονται πάνω από τη γλώσσα. Εκεί μένει και στέκεται, αφήνοντας στο τέλος μια γλυκιά υγρή στάχτη. 

Μια μικρή πραγματολογική υποσημείωση μόνο. Οι φυσαλλίδες της καλής σαμπάνιας ούτε αφρίζουν ούτε σκάνε άναρχα στα ποτήρια μας. Παρά ανεβαίνουν από τον πάτο στα χείλη του ποτηριού σε μια σειρά από μικρά, λεπτά, επίμονα αλλά και εύτακτα κορδονάκια. Έτσι, για να θυμόμαστε παλιότερους καλούς καιρούς και για να προσδοκούμε πως με την αλλαγή του χρόνου θα μας ξανάρθουν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πρόσφατα άρθρα του Δημήτρη Ποταμιάνου

Πρόσφατα άρθρα στην κατηγορία 'Μαγειρικές ιστορίες'