Bostanistas.gr : Ιστορίες για να τρεφόμαστε διαφορετικά

Διαβαστε

Γαύρος σε φύλλο κρούστας και σάλτσα βουτύρου με σαφράν

Διαφήμιση

Twitter | Facebook | Google+ |

Διαφήμιση

Τουρλού στη Βουρβουρού: γλεντάμε τη ζωή

του Παναγιώτη Παναγιωτίδη Μαγειρικές ιστορίεςΧαλκιδική, Βουρβουρού, γενέθλια, τουρλού

Σάββατο βραδάκι με πολλή καθυστέρηση ξεκινάω για τη Βουρβουρού της Χαλκιδικής, για το σπίτι του Γιάννη. Πολυαγαπημένος φίλος. Κλείνει τα πενήντα και το γιορτάζει. Καλεσμένοι όλοι οι αγαπημένοι του για το διήμερο κι απ’ ό,τι ξέρω είναι πολλοί.

Πέρασε ένας χρόνος από τότε που ο θάνατος του ‘κλεισε το μάτι στέλνοντας του βαριά αρρώστια, του ‘βγαλε τη γλώσσα ο Γιάννης, αυτοσαρκάστηκε, γύρισε προς τη ζωή, της χαμογέλασε. Έκαμε ο Γιάννης τα πρεπούμενα, κάμαν κι οι γιατροί το ίδιο. Πήρε η ζωή την αγάπη των δικών του ανθρώπων, ασπίδα την έβαλε γύρω του, έκαμε πίσω ο θάνατος, κέρδισε η ζωή.
Γι’ αυτό και η συνεύρεση, για να γιορτάσουμε τη ζωή κι όχι τα γενέθλια.

Έφτασα κατά τις έντεκα. Πολλά αυτοκίνητα, πάρκαρα μακριά, έσβησα τη μηχανή, ακούστηκαν γέλια. Ξεχώρισα του Γιάννη. Δυνατό, συνεχόμενο, σχεδόν με λυγμούς.  Μπήκα στο σπίτι.  Ένα σαλόνι  όλο κι όλο, με βοηθητικούς χώρους. Με μεγάλες τζαμαρίες μπροστά που άνοιγαν και γίνονταν ένα με το μπαλκόνι, απέναντι απ’ τη νότια πλευρά του Άθως.

Κάθονταν κάτω στο πάτωμα ο Γιάννης, στο κέντρο μονάχος, γύρω του αμφιθεατρικά καμιά πενηνταριά άτομα όλοι σκασμένοι απ’ τα γέλια. Γρήγορα κατάλαβα τι γινόταν. Ο Γιάννης προλόγιζε το βίντεο που σκαρφιζόταν και μετά το πρόβαλε στον τοίχο. Επαγγελματίας βλέπετε και μάλιστα από τους καλύτερους, αν όχι ο καλύτερος. Βίντεο σατυρικά, βίντεο αυτοσαρκασμού με απίστευτη αίσθηση χιούμορ.
Αγκάλιασα τον Γιάννη, τον φίλησα, χαιρέτησα την παρέα, βολεύτηκα και σε λίγο κρατούσα την κοιλιά μου απ’ τα γέλια.

Κατά τις τέσσερις κοιμήθηκε ο Γιάννης εκεί που καθόταν στο πάτωμα, τέλειωσαν και οι προβολές, φύγαν οι μισοί. Δέκα  νοματαίοι στο πάτωμα και οι υπόλοιποι στις αδελφές του, την Ελένη και την Πηνελόπη.
Γρηγοροχόρταγος στον ύπνο, βάλαν και οι μύγες το χεράκι τους και έτσι κατά τις έξι και μισή με έναν καφέ στο χέρι, θαύμαζα τον ήλιο που πρόβαλε πίσω απ’ τον Άθω.
Μέχρι τις δέκα όλοι μαζεύτηκαν για καφεδάκι στο μπαλκόνι. Ήπιαμε τον καφέ μας, φάγαμε και ό,τι απέμεινε από χθες. Κάποιοι πήγαν για μπάνιο. Μαζί με τον Απόστολο, τον κολλητό του Γιάννη απ’ το σχολείο ακόμα, πήγαμε για ψώνια. Λίγες οι επιλογές. Άνοιξη βλέπετε και τα μαγαζιά δεν άνοιξαν ακόμα.

Βρήκαμε όμως και πήραμε 5 μελιτζάνες, λίγες πατάτες και κρεμμύδια, μανιτάρια, λίγο μαϊντανό, φέτα, αυγά, ντομάτες και τα τελευταία χωριάτικα λουκάνικα.
Στην κουζίνα μπροστά τώρα, με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, Merlot με Syrah, απέναντι απ’ τον Άθω, ξεκινώ να μαγειρεύω για εικοσιπέντε άτομα. Το ξέρω: κανείς δε θα χορτάσει.  Δεν πειράζει είμαστε χορτάτοι από αγάπη.

Πρώτα πλένω τις μελιτζάνες και τις κόβω σε κομμάτια μπουκιάς. Τις βάζω σε τρυπητό και τις πασπαλίζω με πολύ αλάτι. Τις αφήνω στην άκρη μέχρι να ετοιμάσω τα υπόλοιπα για να βγάλουν τα ζουμιά τους και να ξεπικρίσουν. Καθαρίζω 5 μεγάλες πατάτες και τις κόβω στο ίδιο μέγεθος. Σε μεγάλο τηγάνι βάζω 1,5 ποτήρι ελαιόλαδο. Σε πολύ δυνατή φωτιά και πριν κάψει το λάδι τηγανίζω τις πατάτες για λίγο, όχι τελείως. Τις αραδιάζω στο μεγαλύτερο ταψί του φούρνου, κάθετα στο μήκος του. Με τον ίδιο τρόπο τηγανίζω τα μανιτάρια που ΄χω κόψει στο μεταξύ. Μέχρι να τηγανιστούν πλένω καλά τις μελιτζάνες και τις βάζω πάνω σε χαρτί κουζίνας. Στρώνω τα μανιτάρια δίπλα στις πατάτες και βάζω για λίγο τις μελιτζάνες στο τηγάνι, τις βγάζω και γεμίζω μ’ αυτές το υπόλοιπο ταψί. Το λάδι έχει σχεδόν σωθεί. Χαμηλώνω στο μέτριο τη φωτιά και τηγανίζω λίγο τα λουκάνικα πού ΄χω κομμένα σε μπουκιές. 

Μέχρι να τηγανιστούν ψιλοκόβω 3 μεγάλα κρεμμύδια και δύο σκελίδες σκόρδο. Βγάζω τα λουκάνικα και  τα σκορπάω πάνω απ’ τα υπόλοιπα. Στο τηγάνι έχει μείνει λίγο λάδι, χαμηλώνω κι άλλο τη φωτιά και σοτάρω λίγο τα κρεμμύδια με το σκόρδο. Έχω τρίψει 3 μεγάλες ντομάτες στο ρεντέ, τις ρίχνω στο τηγάνι μαζί με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί απ’ αυτό που πίνω και θα πιούμε, προσθέτω μια κούπα ψιλοκομμένο μαϊντανό, αλάτι πιπέρι και  μισό κουταλάκι ζάχαρη για την ξινίλα της ντομάτας. Αφήνω να πάρουν μια βράση. Ρίχνω τη σάλτσα στο ταψί, το κουνώ λίγο να στρώσουν τα υλικά και το βάζω στο φούρνο που είναι ήδη στους 200 βαθμούς στο πάνω κάτω. Σε περίπου 40 λεπτά θα είναι έτοιμο. Το όνομα του φαγιού αυτού για μένα είναι τουρλού.

Στη μία ώρα της προετοιμασίας όλοι πέρασαν για να προσφέρουν τη βοήθεια τους. Πολύς κόσμος όμως, λίγη η δουλειά, αρνιόμουν χαμογελώντας. Κάποιοι βάλαν  το τραπέζι στο κέντρο της βεράντας, δυο πιάτα με φέτα και όσα πιρούνια υπήρχαν.  Γύρω του όρθιοι πάνω από είκοσι  άτομα με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, με πρόσωπα που στράφτανε και έναν υπέροχο καιρό, περιμέναμε το φαγητό και καλαμπουρίζαμε. Το τουρλού βγήκε κι αυτό πριν καλά καλά τραβήξει. Με την πείνα που είχαμε δε χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά για ν’ αδειάσει το ταψί. Μετά από κάμποσες διαμαρτυρίες κατάφερα και το τράβηξα με λίγο σάλτσα στον πάτο. Είχα βλέπετε τον σκοπό μου. Φαίνεται βαρύ στη γεύση το τουρλού με τόσα τηγανιτά, μα όσοι το έφαγαν μάλλον άλλη άποψη έχουν.

Κυριακή κι ο ήλιος κόντευε στη δύση. Αγκαλιές, φιλιά, ευχές, γέλια και κλάματα στο φεύγα των πολλών. Μείναμε πέντε. Για μας και το ταψί με την σαλτσούλα. Η κουζίνα πεντακάθαρη, κάποιος την καθάρισε, χαμπάρι δεν πήρα. Έβαλα στο τηγάνι τη σάλτσα, άνοιξα τη φωτιά στο μέτριο και μόλις άρχισε να τσιτσιρίζει έριξα από πάνω 8 αυγά χωρίς να τα ανακατέψω έβαλα το καπάκι για 5 λεπτά, το ‘βγαλα, το ασπράδι έπηξε, ο κρόκος μελάτος, έριξα αλάτι και πιπέρι, έσβησα τη φωτιά. Στο τραπέζι με ψωμί και φέτα.

Το φάγαμε, δεν χορτάσαμε, ξαναπήρα το τηγάνι. Έβαλα μέσα βούτυρο αγελάδας, στο μέτριο ξανά η φωτιά, έριξα μέσα άλλα 8 αυγά. Χωρίς καπάκι αυτή τη φορά, λίγο προσοχή να πήξει το ασπράδι, αλάτι και πιπέρι και επιτέλους χορτάσαμε την πείνα μας.
Κατά τις 12 μείναμε οι δυο μας με τον Γιάννη. Μέχρι τις τρεις  τσιγαράκι και κουβεντούλα για τη ζωή και τον θάνατο. Χαιρόμασταν που είμαστε με τους ζωντανούς και που το νιώθουμε κιόλας.
Δευτέρα πρωί, καφεδάκι, αγκαλιά και πίσω στις δουλειές μας.
Να ‘στε καλά και να γλεντάτε τη ζωή.

[Ο Παναγιώτης Παναγιωτίδης ζει στη Νέα Μηχανιώνα, όπου έχει και το Οινοποιείο του.]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πρόσφατα άρθρα στην κατηγορία 'Μαγειρικές ιστορίες'