Bostanistas.gr : Ιστορίες για να τρεφόμαστε διαφορετικά

Διαβαστε

Σουχλί: ένα νόστιμο «πακετάκι» με κρέας και τυρί

Διαφήμιση

Twitter | Facebook | Google+ |

Διαφήμιση

Η Πείνα και η Δίψα: στο πλυσταριό

του Περικλή Λάσκαρι Wikiπλυσταριό

Κι όλα τα μίκρυνε ο άθλιος: καλάθια, κουβάδες, καζάνια, κόπανους, μαστέλα, ταβλομαστέλες, στάχτες, νερά αστείρευτα και απόβλητα ατελεύτητα, τα άρπαξε ο χρόνος και τα έβαλε μέσα  σ’ ένα μικρό πλαστικό κουμπί. Τόσο μικρό όσο ένα νυχάκι, σαν αυτό που το πατά τώρα, κόκκινο από το μανικιούρ. Χρόνε, αγάπη μου, συρρίκνωσες το πλυσταριό!

λασ5
λασ5

Αντίθετα εμένα με μεγάλωσε. Έχοντας την εύνοιά του, με τοποθέτησε στο μεταίχμιο της αλλαγής των κόσμων και είχα και την τύχη σαν παιδί να ρουφώ ό,τι είχα διαίσθηση ότι φεύγει. Μπόρεσα λοιπόν και ρούφηξα ένα ξημέρωμα και μια ημέρα της ζωής. Εκείνες τις φαινομενικά άσημες μέρες, που τα γεγονότα τους καταγράφονται όχι για τη σημαντικότητά τους, αλλά για το φως και τις μυρωδιές που το περιβάλλουν, τη μουσικότητα των θροϊσμάτων και το μεγαλείο του μόχθου. Ξεκίνησε λοιπόν η αποθηκευμένη μέρα με το τραγούδι της γλυκιάς χοντρής καλοκάγαθης Παώνας, όταν έβαζε μπροστά, με το δικό της κουμπί, το πλυσταριό της.

-Κακός χρόνος να μη σας εύρη
Ήταν η γλυκιά χαμογελαστή παρότρυνση στην "Πείνα" και την "Δίψα", τις δυο τρυφερές, αέρινες από την κακοπέραση, ανήλικες βοηθούς της.
-Ανάψατε τη στιά ή θα την ανάψω ‘γώ και θα είναι αυτή τσι κόλασής σας;

Και οι λευκές σκιές του ξημερώματος, με τα λεπτά τους γυμνά ποδαράκια, έτρεχαν πανικόβλητες να προλάβουν το: «κακός χρόνος να σας εύρη» πριν τους πέσει στο κεφάλι, πριν ειπωθεί. Στον παγωμένο από το ξημέρωμα λαβαδούρο έτριξαν δειλά τα φρύγανα για καλημέρα, όταν κρέμασαν από πάνω τους με την μεσαιωνική κρεμαστάλυση, μαύρο σαν την κόλαση, το καζάνι του νερού. Η Δίψα έσκυψε σαν τη μάγισσα μέσα στους ατμούς και με την ξύλινη κουτάλα, ανακατεύοντας, έριξε τη σόδα μέσα στο νερό.

Την κοπάναγε η νύχτα όταν εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας ένα υφασμάτινο άσπρο σύννεφο μέσα σε μία αγκαλιά, με δυο τρεμάμενα ποδαράκια που προσπαθούσε να κατεβεί στη γη. Η Πείνα έφερνε τα σεντόνια του σπιτιού χαμένη μέσα τους κι άρχισε να τα μοιράζει στα μπουγαδοκόφινα που ήταν στη σειρά δίπλα στα μαστέλα και στις ταβλομαστέλες.

Μέσα στο φως του κεριού, αργά - αργά με σηκωμένο το φρύδι, η Παώνα κοσκίνιζε την προχθεσινή στάχτη του τζακιού, δίπλα στην φωτιά. Ήταν κάτι που το έκανε μόνο αυτή. Ήταν η δικιά της συνεισφορά στη φινέτσα της ιεροτελεστίας. Όπως και το κοπάνισμα της  στάχτης στο γουδί είχε επιβληθεί από την δικτατορία της στις μικρές, σαν μια μικρή προσφορά στον βωμό της μάθησης.

Κι αυτές έτρεχαν χοροπηδώντας ξυπόλυτες μέσα στα λευκά μακριά "camargo" τους, να προλάβουν τη γνώση και το μέλλον τους με μια ζέση και φιλότιμο άγρια κυνηγημένο από τον φόβο. Έτρεχαν μαζί στο κεντρικό πηγάδι της αυλής και επειδή δεν είχαν δύναμη να τραβήξουν τους άπειρους κουβάδες με το νερό, από τα 18 μέτρα βάθος, έδενε η μία στην μέση της το σχοινί και σαν άλογο τραβούσε μέχρι την άλλη μεριά της αυλής το σχοινί μέχρι που ανέβαινε ο κουβάς και το άλλο το θεότρελο χοροπηδούσε χαρούμενα και άρπαζε κι άδειαζε το νερό στην ξέστα για να το πάρουν μετά μαζί, τσαλαβουτώντας με χοροπηδητά κατευθείαν στο καζάνι. Η ανεμελιά της ηλικίας τους έπαιζε με τον πόνο, τον νικούσε και τον περιγελούσε.

Άρπαζαν το πράσινο σαπούνι από του Πατούνη κι άρχιζαν να το τρίβουν στον τρίφτη να γίνει νύχι μέσα στο μαστελόνερο και να λιώσει χτυπώντας με το μπατιδούρο μπας και κάνει αφρό.

Με το νόημα της Παώνας άρχισαν να ρίχνουν τα άσπρα να μουλιάσουν μαζί με το λουλάκι για να τα τιμωρήσουν μετά, κοπανώντας τα, με τον κόπανο στην πέτρινη γούρνα της αυλής, μέχρι να σηκώσει τα χέρια ψηλά η άτιμη η βρώμα.

Ξέπλυμα μετά στο λιγοστό τρεχούμενο παγωμένο νερό, μέσα στη γούρνα και ξανά σαπούνισμα στο χέρι, στην μαστελόταβλα, και τρίψιμο και βούτηγμα και ξανά σαπούνισμα και ξανά βούτηγμα και ξανά τρίψιμο. Σκύψιμο αέναο για ώρες, μετάνοιες στο καθήκον που το έλεγαν μεροδούλι, με μόνη συντροφιά την αδελφή και το τραγούδι.

«Καλιώρα νά 'χουνε οι ελιές
που κάνουνε το λάδι
και φέγγουνε τσι αγάπης μου
για να κεντάει το βράδυ»

Η μόνη αρσενικού γένους βοήθεια που είχαν ήταν ο ρυθμός του τραγουδιού, καθώς έριχναν τα άσπρα στα καλάθια να σουρώσουν, πριν πάνε να αλλάξουνε καλάθια, με τη στάχτη για να γίνει η αλυσίβα. Τότε σηκώθηκε η επιβλέπουσα αρχή, η Παώνα, και με αργά αργά βήματα και ύφος από chef του Negresco της Νικαίας, πήγε στα καλάθια να επιβλέψει την αλυσίβα. Η Πείνα και Δίψα το ξέρανε το υφάκι κι άρχισαν αμέσως να διπλώνουν κατά μήκος τα σεντόνια. Κοιτάζοντας η μια την άλλη έβαζαν την άκρη του σεντονιού στον πάτο του μαστέλου κι άρχιζαν να το διπλώνουν σαν φυσαρμόνικα ραίνοντας με στάχτη και φύλλα δάφνης την κάθε του πτυχή.Το έβλεπαν παιχνίδι κι ήταν μεγάλη χαρά η ανακάλυψή του, μιας και τα γεράματα της Παώνας δεν μπορούσαν να το αποκρυπτογραφήσουν.

Δίπλωναν όλα τα σεντόνια κατ’ αυτόν τον τρόπο και τα κάλυπταν με στάχτη. Ακολουθώντας τα παραγγέλματα που τους έδινε η Παώνα με τα μάτια, γέμισαν τις μπρόκες με νερό που έβραζε στο καζάνι, περιχύνοντας τον μαστέλο με καυτό νερό μέχρι να ξεχειλίσει και να γίνει η στάχτη γλίτσα. Ένα από τα πρώτα ξύλινα χειροκίνητα πλυντήρια, που ξέπλενε τα ρούχα στο άψε - σβήσε, ήρθε από την Φράντσια κι έστεκε στη γωνία εκεί σαν τον καλό Θεό, μαζί με το μαγγάνι που βάζοντας το ρούχο ανάμεσα στους κυλίνδρους του, τα έβγαζε έτοιμα για άπλωμα.

Τα πόδια τρίκλιζαν, είχαν παγώσει και οι αστράγαλοι, αλλά στο τεράστιο tab έπρεπε να γίνουν τα μουλιάσματα για την επομένη. Έπρεπε να γεμίσει κι αυτό με το καυτό νερό και το λουλάκι.

scaldabagna ή παπόρο
scaldabagna ή παπόρο

Στο κέντρο ξεχώριζαν τα ρούχα κι έβαζαν το παιχνίδι τους, την χάλκινη scaldabagna ή "παπόρο" - όπως την έλεγαν - με τα δυο φουγάρα, που μέσα στα έγκατά της, είχε κάρβουνα αναμμένα, για να κρατήσει το νερό ζεστό, νικώντας το κρύο για κάποιες ώρες. Το έσπρωχναν και το ταξίδευαν το "παπόρο" μέσα στα μπλε κύματα των ρούχων από την αλυσίδα, ενώ καπνός έβγαινε από τα δυο του τα φουγάρα - έμοιαζε άλλωστε με το "Φρειδερίκη", που πήραν μετά από χρόνια για τα πλυσταριά της Αυστραλίας.

Τα μανταλάκια
Τα μανταλάκια

Φυσούσε… Τα χέρια της Παώνας χούφτωσαν τα γόνατά της κι άρχισε να κάθεται σιγά σιγά στο σκαμνί της με μια γκριμάτσα ανακούφισης, σημάδι πως τελείωναν για απόψε. Τα αγριολάχανά τους και η πατάτα που τους αναλογούσε έβραζε ήδη στην χάλκινη ιγγλέζα.

Κρύωναν....παρόλη την φωτιά που έκαιγε, φυσούσε από τις ανοιχτές πόρτες και τα βρεγμένα ρούχα κολλούσαν την παγωνιά στα γυμνά τους πόδια. Νίκησαν και σήμερα την κούραση που τις πολέμησε. Με τέτοια λύσσα, που ο πόνος από εχθρός έγινε σύμμαχος. Δάγκωναν τα χείλη κι έκλειναν τα μάτια και δεν τα άνοιγαν αν δεν είχανε νικήσει.

To σιδερωτήριο
To σιδερωτήριο

Δουλεία; Όχι. Καθεστώς δουλείας; Σίγουρα ναι. Μεροδούλι ήλιο - ήλιο. Ένα καθεστώς που είχε επιβληθεί όχι μόνο από τους εργοδότες αλλά κι από την ίδια τους την κοινωνία, από την ίδια τους την παράδοση, από την ίδια την οικογένειά τους, από την ίδια τους την περηφάνεια και δυστυχώς από το ίδιο τους το αποδεκτό μέλλον. Εκεί δεν υπήρχε σταυροδρόμι παρά μόνον ανηφόρα. Κι αν τολμούσες να λοξοδρομήσεις, σε είχε πάρει κάτω ο αδηφάγος ο γκρεμός. Το ήξεραν καλά αυτό, γι’ αυτό και δεν άνοιγαν τα μάτια αν δεν είχανε νικήσει. 

Για την ιστορία, η "Πείνα" και η "Δίψα" επέστρεψαν νικήτριες. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ενα διαμέρισμα, αλλά με κομμένο τώρα λεχτρικό...

Πρόσφατα άρθρα του Περικλή Λάσκαρι

Πρόσφατα άρθρα στην κατηγορία 'Wiki'