Bostanistas.gr : Ιστορίες για να τρεφόμαστε διαφορετικά

Διαβαστε

Η μακαρονάδα της Πέμπτης είναι... πολυφωνική

Διαφήμιση

Twitter | Facebook | Google+ |

Διαφήμιση

Το κουτί με τις πάστες

Ρέα Βιτάλη Μαγειρικές ιστορίες

Από την ώρα που μου έδωσαν το θέμα «Μια γεύση της παιδικής ηλικίας που θα’θελες να ξαναγευτείς» όλο σε αδιέξοδα μπαίνει το μυαλό. Θα’θελα να υπάρχει στη μνήμη ένα χέρι να μου προσφέρει κάτι, δάκτυλα να γλιστρούν στο στόμα με τρυφεράδα κάτι πρωτόγνωρο γευστικά για να δοκιμάσω. Τζίφος! Δεν υπάρχει μια γεύση αλλοτινή, υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία καταγεγραμμένη. Γιορτινή. Με φώτα στο σαλόνι. Θα σας τη διηγηθώ.

«Να πλυθείτε, να ντυθείτε, εσύ Ρέα να πιάσεις τα μαλλιά σου να μην πετάνε. Έχουμε επισκέψεις». Μετά χτυπούσε το κουδούνι. Καθόμουν στο σαλόνι και κουνούσα δήθεν αδιάφορα το πόδι. Άνοιγε η πόρτα. Πρώτα έμπαινε το κουτί με τα γλυκά, μετά ο μουσαφίρης. Δεκαετία 60. Γενναιόδωροι οι άνθρωποι. Μπορεί να στερούνταν οι ίδιοι αλλά ο καθωσπρεπισμός επέβαλε να’ναι «κύριοι». Παρατηρώντας τα κουτιά των γλυκών να μικραίνουν στα χρόνια, μπορείς να κάνεις κοινωνιολογική ανάλυση της περηφάνιας, της προσφοράς στον συνάνθρωπο, της γαλαντομίας της ράτσας μας να μικραίνει, να φθίνει. Πάμε πίσω στο σαλόνι. «Πω, πω! Καλέ πώς μεγάλωσε ετούτη;», «Μοιάζει μεγαλύτερη. Είναι ανεπτυγμένη» απαντούσε η μάνα μου και ξεφυσούσε με καημό ενώ εγώ χαμογελούσα σαν ηλίθιο. «Σε ποιο σχολείο πας;», «Πες Ρέα», «Στου Ζηρίδη», «Είσαι καλή μαθήτρια;», «Πες Ρέα» έλεγε και με κοιτούσε ενώ κουνούσε το κεφάλι σαν Ινδή χορεύτρια πέρα δώθε για να πιάσω το υπονοούμενο «Ε! Εντάξει», «Δηλαδή τι βαθμούς πήρες», «Στη γυμναστική 10», «Η γυμναστική σε μάρανε. Πες για την αριθμητική», «Ε! Εντάξει». Γελοίες ερωτήσεις, χαζές απαντήσεις. Μου έσπαγαν τα νεύρα. Κυρίως γιατί μου χαλούσαν την ονειροπόληση.

Το κουτί με τα γλυκά. Τι να είχε μέσα; Με τη φαντασία μου έστηνα πάστες! Σεράνο, νουγκατίνες, αμυγδάλου, κασετίνες, κοκ, στρίμωχνα και μια τρούφα! Κολλούσα επάνω τους από ένα κερασάκι, με σαντιγί γιρλάντα. Μετά αφαιρούσα την τρούφα. Καλύτερα ένα εκλέρ. Μάλλον όχι! Να έχει και τρούφα και εκλέρ και μπαμπά μέσα στο σιρόπι. Μάλλον όχι σιρόπι γιατί θα καταστρέψει τη σεράνο. «Μαμά να πάμε να παίξουμε εμείς τώρα;», «Να πάτε. Αλλά να μην κάνετε φασαρία». Αυτό ήταν! Τους ζυγούς λύσατε. Χωνόμουν στην κουζίνα. Τραβούσα την κορδέλα με τις κατσαρές άκρες (την έκαναν οι πωλήτριες ενώ έτριζαν μ΄ένα μαχαίρι την κορδέλα πάνω στο δάκτυλο τους) με ανυπομονησία. Έσκιζα το χαρτί σιγά σιγά μη και ακουστεί το σκίσιμο και προδώσει την πράξη. Άκουγα βήματα. Stop! Λάθος έκανα. Συνέχιζα το σκίσιμο. Σήκωνα το καπάκι. Ζογκ! Πλήρης απογοήτευση! Γα-μώ-το! Η ηλίθια! Η βλαμμένη! Το κουτί ήταν γεμάτο με κάτι γελοία ζαχαρωμένα αχλάδια ή κάτι πορτοκαλιά φρούτα τυλιγμένα σε ζελατίνα που τα έλεγαν φρουί γλασέ. Πτου! Ή σε κάτι ασημένια χαρτάκια που έκρυβαν κάστανα μέσα στο σιρόπι που τα έλεγαν μαρόν γλασέ. Πτου! Ή σε κάτι κουράδες αγελάδας με ένα αμύγδαλο καρφωμένο που τα έλεγαν «εργολάβους». Λιγότερο Πτού! Αλλά υπήρχε και η πιθανότητα να είχε πάστες! Να είχε ότι φαντάστηκα. Σεράνο, νουγκατίνες, κασετίνες.

Έπαιρνα ένα κουτάλι. Για δευτερόλεπτα κώλωνα. Δύσκολη επιλογή. Κεντράριζα ένα στόχο. Το ξανασκεφτόμουν. Όχι! Καλύτερα να φάω τη σοκολατίνα. Βύθιζα το κουτάλι αποφασιστικά. Τι μπορούν να μου πουν για μια πάστα; Τη δικαιούμαι! Αλλά και η αμυγδάλου; Έβαζα το κουτάλι και έκλεβα μια ακρούλα δοκιμαστική. Αλλά και η κασετίνα παραδίπλα; Α πα πα! Η κασετίνα προδίδει έτσι που είναι περιφραγμένη. Κοντοστεκόμουν! Έπαιρνα μια ανάσα. Να σπάσω ή να μη σπάσω την περίφραξη; Θα με σπάσει στο ξύλο! Θα με μαλώσει! Θα γίνω ρεζίλι! Θα την ακούω να μου μιλάει για την Αννούλα του κυρίου Σανίτη «που είναι άριστη μαθήτρια όχι σαν μερικές, μερικές».

Περιέργως όσο με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες είχε τρέξει η φαντασία στο κουτί, με άλλες τόσες έτρεχε και στις επιπτώσεις της παρεκτροπής. Αναμετριόμουν με την τιμωρία. Λογάριαζα τις αντοχές μου. Δεν καταδεχόμουν καθόλου το ρόλο της ανυποψίαστης. Ήξερα την κατάληξη. Και μετά κελάρυζα ξανά τις πάστες. Ήδη οι περισσότερες είχαν τα σημάδια της προαποφασισμένης διαδρομής καθώς προσπαθούσα άτεχνα να τις ισιώσω. Καθώς με το κουταλάκι έβαζα μια δήθεν γραμμή ορίου και έτρωγα και την άλλη γωνίτσα για να ρθει στα ίσια της η πάστα. Στο τέλος έσπαζα όλες τις αντιστάσεις. Παραδιδόμουν ευτυχισμένη! Ολόκληρη η πράξη! Απόλυτα ολόκληρη! Απόλυτα Ρέα! Και μετά σαν έτοιμη από καιρό. Σα θαρραλέα περίμενα τις επιπτώσεις.

Μια γεύση λοιπόν της παιδικής μου ηλικίας. Όχι μια γεύση συγκεκριμένη, μια διαδικασία. Συμπερασματικά; Δεν είχα μεγάλες αντιστάσεις απέναντι στον πόθο. Αλλά και ποτέ δεν τη σκαπουλάρισα από «το ταμείο» του. Πόσο να κάνει βρε αδελφέ ένα κουτί πάστες; (Αν βέβαια δεν έπεφτες σε Ζογκ!) 

Πρόσφατα άρθρα στην κατηγορία 'Μαγειρικές ιστορίες'