Bostanistas.gr : Ιστορίες για να τρεφόμαστε διαφορετικά

Διαβαστε

Γαύρος σε φύλλο κρούστας και σάλτσα βουτύρου με σαφράν

Διαφήμιση

Twitter | Facebook | Google+ |

Διαφήμιση

Άλλο γαστριμαργία, άλλο λαιμαργία

της Θάλειας Τσιχλάκη γαστριμαργία, λαιμαργία

Πριν από μερικές μέρες ρωτήθηκα, δημόσια, πώς άρχισα να γράφω για το φαγητό. Εκεί, μπροστά στο κοινό, αράδιασα διάφορες κοινοτοπίες, εξιστορώντας μάλλον πώς μερικοί άνθρωποι ξεκινήσαμε τη δημοσιογραφία του φαγητού και του κρασιού στον τόπο μας. Πολύ αργότερα όμως, ψάχνοντας μέσα μου, εκείνο το κάτι που με προσδιορίζει και με έσπρωξε τελικά να εγκαταλείψω την πορεία που προδιέγραφαν οι σπουδές μου, εντόπισα το ενδιαφέρον μου για τις μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Θυμήθηκα και πόσο δύστροπη ήμουν μικρή σε σχέση με το φαγητό. Από τότε δε που έμαθα να συνεννοούμαι με τους μεγάλους δεν έτρωγα αν δεν μου έλεγαν τι ήταν μέσα στο πιάτο μου, αλλά και πάλι το έτρωγα πολύ αργά, προσπαθώντας να εντοπίσω τι ήταν αυτό που δοκίμαζα. Μερικές φορές το σχολίαζα μάλιστα, αναζητώντας τις κατάλληλες λέξεις. Μαθαίνοντας να γράφω, αντί για το κλασικό κοριτσίστικο ημερολόγιο, είχα ένα τετράδιο συνταγών με σχόλια για τα φαγητά που δοκίμαζα και κατέγραφα. Στην ετικέτα του είχα γράψει με τα πιο καλλιγραφικά μου ορνιθοσκαλίσματα «calendrier gourmand» και από κάτω, στα ελληνικά, το μετέφρασα ως «γαστριμαργικό ημερολόγιο», προφανώς επηρεασμένη από εκείνη την υπέροχη έκδοση του Gargantua et Pantagruel του Rabelais, με τις γκραβούρες του Paul Gustave Doré, που υπήρχε στη βιβλιοθήκη μας.

Παρότι τότε ακόμα δεν μου περνούσε καν από το μυαλό ότι θα μπορούσε να εκληφθεί ως σουσουδισμός ή παλαβομάρα, έκρυβα το ημερολόγιο μου από όλους σαν κάτι μυστικό, που δεν έπρεπε να πέσει σε χέρια άλλων, λες και πίστευα πως ήταν κάτι ένοχο. Από τότε παρατηρούσα τους ανθρώπους στο τραπέζι και με ξένιζαν όσοι έτρωγαν πολύ γρήγορα, όσοι κατάπιναν το φαγητό τους σχεδόν αμάσητο, σαν τον γλάρο, όπως σχολίαζε η μακαρίτισσα η μάνα μου. Ένιωθα έναν καταναγκασμό στην συμπεριφορά τους. Κάποιοι μου δημιουργούσαν την εντύπωση πως ήθελαν να αδειάσουν εσπευσμένα το πιάτο τους σαν να φοβόντουσαν πως κάποιος θα έκλεβε το φαγητό τους. Μεγάλωνα, βέβαια, σε μια εποχή που οι άνθρωποι διατηρούσαν μνήμες της πείνας που βίωσαν την Κατοχή και γι' αυτό το ζούσαμε εμείς τα πιτσιρίκια, όταν προσπαθούσαν να μπουκώσουν τα παιδιά ή τα εγγόνια τους, ταΐζοντας εμμονικά με όλα όσα στερήθηκαν οι ίδιοι. Για κάποιους άλλους ένιωθα πως η βιασύνη τους έμοιαζε με μια απαρέσκεια για το ίδιο φαγητό, καθώς έτρωγαν σαν να ήθελαν να ξεμπερδέψουν γρήγορα από αυτό, ποιος ξέρει για ποιους δικούς τους λόγους.

Παρά την αυστηρή πολιτική της οικογένειας για να μάθω οτιδήποτε έμπαινε στο πιάτο μου, κατάφερνα να τρώω μόνο ό,τι μου άρεσε ή τουλάχιστον το προσπαθούσα. Όταν η πίεση ήταν πιο σθεναρή κρατούσα το φαγητό στο στόμα μου κι αρνιόμουν να το καταπιώ. Προτιμούσα να βγω στον κήπο και να φάω λουλούδια ή φύλλα παρά να ενδώσω σε φαγητά που με απωθούσαν. Λυπάμαι που ο χρόνος με έκανε πιο ελαστική σε αυτό το θέμα κι ακόμα περισσότερο λυπάμαι που το Σύμπαν - για να χρησιμοποιήσω και την τρέχουσα ορολογία - τιμώρησε την παιδική αλαζονεία μου με πολλά παραπανίσια κιλά που όχι μόνο με βαραίνουν, αλλά μου προσδίδουν και τη ρετσινιά της λαίμαργης που δεν με περιγράφει επακριβώς.

Auguste Leroux, illustrated scenes from Casanova's Memoirs
Auguste Leroux, illustrated scenes from Casanova's Memoirs

Θεωρώ πως η γαστριμαργία δεν συνάδει με τη λαιμαργία. Ο λαίμαργος τρώει πέραν του κορεσμού γιατί μη εστιάζοντας στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φαγητού του, δεν το απολαμβάνει και ενδίδει αδιακρίτως. Πίσω από αυτή τη βουλιμική του συμπεριφορά κρύβονται άλλοτε βαθείς φόβοι κι άλλοτε ανικανοποίητες επιθυμίες. Πίσω από τη γαστριμαργία πάλι, εντοπίζω μια ιδιαίτερη περιέργεια, την οποία θα παρομοίαζα μόνο με μια αδιάλειπτο ανάγκη εξεύρεσης νέων γευστικών εμπειριών, με μια συνεχή αναζήτηση της αδρεναλίνης της γεύσης. Δεν σε ενδιαφέρει να φας ποσότητες, όμως γυρεύεις συνεχώς να ανακαλύψεις εκείνη τη γεύση που θα σε συναρπάσει περισσότερο από την προηγούμενη, που θα καταγράψεις την εμπειρία της στη μνήμη σου με το ίδιο πάθος που ο Καζανόβας γύριζε από κρεβάτι σε κρεβάτι αποζητώντας νέες ηδονές.

Κι όταν καλείσαι να γράψεις γι' αυτό που έφαγες κρύβεις τα λόγια σου για να μη φανεί το αχαλίνωτο πάθος σου για νέες εμπειρίες, που δεν προσομοιάζει την πείνα των υπολοίπων, φυσιολογικών ανθρώπων, μόνο θυμίζει το ασίγαστο πάθος του βενετσιάνου εραστή για τις περιπέτειες.
Γράφεις καθημερινά τη δική σου «Ιστορία της Ζωής μου», όχι βέβαια ψευδωνύμως, ως γαστριμαργικός ιππότης του Σεν-Γαλ (Chevalier de Seingalt), αλλά με το όνομα σου. Όχι επειδή γυρεύεις να απολαύσεις την έκθεση την οποία μπορεί και να φοβάσαι, αλλά για να υπερασπιστείς επώνυμα το δικαίωμα σου στην απόλαυση, δίνοντας τον δικό σου ορισμό στη λέξη «γαστριμαργία», δηλώνοντας έτσι πόσο διαφορετική την θεωρείς από αυτό που περιγράφουν ως το θανάσιμο αμάρτημα της λαιμαργίας.

Πρόσφατα άρθρα της Θάλειας Τσιχλάκη

Πρόσφατα άρθρα στην κατηγορία 'Ειδήσεις'